16/6/12

Πέντε κατηγορίες για 13 συνιστώσες


Πώς αλήθεια ανέβηκε ο ΣΥΡΙΖΑ από το 4 και το 5 στο 17% των προηγούμενων εκλογών και πώς αναμένεται να φτάσει τώρα το 25%, ή και παραπάνω; Ποιοι είναι επιτέλους όλοι αυτοί που θα ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ;

Ο καθένας βέβαια έχει τη γνώμη του. Δική μου είναι πως τον ΣΥΡΙΖΑ σήμερα (η λέξη κλειδί εδώ είναι το «σήμερα») ψηφίζουν πέντε κατηγορίες Ελλήνων.

Η πρώτη είναι οι παραδοσιακοί, ή συνειδητοί, ή ανένταχτοι αριστεροί που, για διαφορετικούς λόγους ανά συνιστώσα του κόμματος, πιστεύουν πως η πρόοδος, η ευημερία, η σωστή διαχείριση του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων και το κοινωνικό κράτος στο σύνολό του οφείλουν να ξεκινούν από αριστερά. Θέση θεμιτή και απόλυτα σεβαστή. Αυτή ήταν άλλωστε που εξασφάλιζε στον συνασπισμό τα σταθερά μονοψήφια ποσοστά του σε προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις.

Η δεύτερη κατηγορία είναι αυτοί που θα ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ από θυμό, από οργή, από εκδικητικότητα, επειδή «δεν έχουν τίποτε άλλο να χάσουν», ή απλώς για να το «ρισκάρουν». Τζογάρουν έτσι στο «όλα ή τίποτα», με το «όλα» να μεταφράζεται στη νοσταλγία της πλασματικής ευημερίας των προηγουμένων δεκαετιών και το «τίποτα» στη δυστυχία της δραχμής, της απομόνωσης, της ανομίας και της αναρχίας.

Η αγαπητή μου Π., για παράδειγμα, με την οποία βέβαια έχουμε διαμετρικά αντίθετες απόψεις, γράφει: «Θα το ρισκάρω. Γιατί με έκαναν ατρόμητη, χωρίς δουλειά, χωρίς λεφτά, χωρίς μέλλον… Δεν φοβάμαι πια τίποτα. Γι’ αυτό θα το ρισκάρω».

Θα πω όμως εδώ πως η έλλειψη σωστής πληροφόρησης και γνώσης, σε συνδυασμό με το πείσμα και την οργή, οδηγεί στο να προτιμήσεις κάποιον που υπόσχεται ψεύτικους παραδείσους με ζουμερά ουρί και εξίσου ζουμερά πιλάφια.

Το αξιοπερίεργο είναι δε πως η κατηγορία αυτή ψηφοφόρων πείθεται –ή, αν και κλονίζεται, κάνει ότι πείθεται γιατί ίσως ντρέπεται να παραδεχτεί το αντίθετο– από ασυνάρτητα φληναφήματα μαθητευόμενων μάγων και ανεπάγγελτων λαϊκιστών δημοκόπων με ένσημα μόνο στην άρνηση, στις καταλήψεις, στην ανομία, στην αναρχία και στην αφισοκόλληση που λένε και ξελένε – γιατί το βλέπω απίθανο να ‘γιναν ξαφνικά όλοι αριστεροί από πεποίθηση.

Και στην τελική, αν θέλει κάποιος να ρισκάρει ας πάει στο πρακτορείο της γειτονιάς του να ρισκάρει μόνος του, κι όχι στην κάλπη παίρνοντας άλλους στον λαιμό του.

Τρίτη κατηγορία είναι αυτοί που ονειρεύονται το πασοκικό όραμα της ανδρεϊκής κραυγαλέας ανηθικότητας της δεκαετίας του ‘80, εξωραϊσμένης όμως τώρα, για ξεκάρφωμα, με φωτοστέφανο εξ ευωνύμων, γνωστοί πλέον και ως «Η 13η Συνιστώσα». Οι κρατικοδίαιτοι καρεκλοκένταυροι δηλαδή, οι συνδικαλιστές παλιάς κοπής, οι ψευτοαναπηροσυνταξιούχοι με τα εκατομμύρια επιδόματα δικών σας αποταμιεύσεων…

Αυτοί που ελπίζουν να «ξαναπιάσουν την καλή» που έχασαν, προσκολλημένοι ανερυθρίαστα σε οποιαδήποτε παράταξη που, έμμεσα ή άμεσα, τους υπόσχεται πως θα ξαναζήσουν ξανά κιμπάρικα, απομυζώντας ξανά το δικό σας και δικό μου χρήμα.

Αυτοί που, τριάντα χρόνια τώρα, συντήρησαν ένα κατεξοχήν αντιπαραγωγικό, αντιλειτουργικό και αντικοινωνικό κράτος-εμπόδιο που, αποσυνδέοντας την αποδοτικότητα από την ανταμοιβή, κατήργησε κάθε έννοια αξιοκρατίας και οδήγησε τον δημόσιο τομέα στη χρεωκοπία και τον ιδιωτικό στο απόλυτο αδιέξοδο.

Η τέταρτη –και πιο επικίνδυνη– κατηγορία είναι οι «πυρομανείς». Αυτοί δηλαδή που ψηφίζουν σήμερα ΣΥΡΙΖΑ με την ίδια ευκολία που θα ψήφιζαν χτες ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή αύριο Χρυσή Αυγή. Δικός τους στόχος είναι να τα δουν όλα να γίνονται «στάχτη και μπούρμπερη» όσο αυτοί απολαμβάνουν με υποδόριο το απαραίτητο φραπόγαλο στο οποίο είναι εξαρτημένοι.

Είχα την ατυχία να μιλήσω με μερικούς απ’ αυτούς, με ορισμένους μάλιστα που δεν αντιμετώπιζαν κανένα οικονομικό πρόβλημα, και το μοτίβο ήταν το ίδιο: «ΣΥΡΙΖΑ ρε, να καούνε όλα, στ’ αρ….α μου!» Επικίνδυνοι. Καλά που θα ΄χει καλό καιρό μπας και προτιμήσουν τις ρακέτες…

Πέμπτη, τέλος, κατηγορία είναι το λεγόμενο «λόμπι της δραχμής» που περιλαμβάνει από υπερχρεωμένους τακτοποιημένους μέχρι οργανωμένα συμφέροντα και μεγαλοαπατεώνες που έχουν βγάλει στο εξωτερικό όσα έχουν κονομήσει από το πελατειακό κράτος, ή απλώς από ρεμούλες και κομπίνες, και τώρα ελπίζουν είτε να χαθούν τα ίχνη τους στο χάος που θα ακολουθήσει όταν πτωχεύσει η χώρα, είτε απλώς να την αγοράσουν για μια μπουκιά ψωμί.   

Δεν πιστεύω στον ΣΥΡΙΖΑ. Θεωρώ πως αυτός ο διαρκώς και τυχοδιωκτικά μεταλλασσόμενος συνασπισμός με τις αλλοπρόσαλλες συνιστώσες, από το 2003 που δημιουργήθηκε, αν όχι από το 1995, δεν έχει προσφέρει τίποτε το θετικό στη χώρα.

Είμαι δε σίγουρος πως, είτε επιχειρήσει να «ακυρώσει άμεσα το μνημόνιο και τους εφαρμοστικούς του νόμους», είτε να το «αντικαταστήσει μ’ ένα εθνικό σχέδιο ανοικοδόμησης και ανάπτυξης [που θα είναι] αναγκαίο για να αποσοβηθεί η ανθρωπιστική κρίση της Ελλάδας και να διασωθεί το ενιαίο νόμισμα» θα τα κάνει στην καλύτερη περίπτωση μούσκεμα.

Τις τελευταίες μέρες έχουμε ακούσει ό,τι πιο τρελό και παλαβό από κορυφαία του στελέχη, είτε αυτό έχει να κάνει με την έξοδο από το ευρώ και την Ευρώπη (βλ. Λαφαζάνης, Θεωνάς), ή με την ανομία (βλ. Λάμπρου), ή με τη σχέση μας με την Τουρκία (βλ. «θα το ρισκάρουμε» του κ. Μπαλάφα), ή με το μεταναστευτικό (βλ. όλοι).

Αυτά εμένα με τρομάζουν.

Όσοι γνήσια απελπισμένοι θεωρούν πως στον ΣΥΡΙΖΑ θα βρουν τη σωτηρία από το υπαρκτό οικονομικοκοινωνικό αδιέξοδο το οποίο ζούμε θα απογοητευτούν βάναυσα, βλέποντας, και πολύ γρήγορα μάλιστα, το πόσο θεαματικά λίγα και επικίνδυνα ανίκανα είναι τα στελέχη που συνιστούν τις συνιστώσες του τα οποία ούτε στα πιο τρελά τους όνειρα δεν φαντάζονταν πως μπορεί και να κληθούν να κυβερνήσουν.

Όσοι θεωρούν ότι έφτασε η ώρα που μια νέα, ηθική Αριστερά θα κυβερνήσει για τον λαό απομονώνοντας τους ανήθικους, αμετροεπείς βολεμένους του δικομματισμού, καλύτερα να ξαπλώσουν και να περιμένουν να τους περάσει.

Όσοι δε θεωρούν ότι «τους είδαμε και τους άλλους, ας δώσουμε και σ’ αυτούς μια ευκαιρία» ξεχνούν πού μας οδήγησε ένα παρόμοιο ρίσκο πριν 31 και 95 χρόνια, μια «ευκαιρία» τις συνέπειες της οποίας ακόμη πληρώνουμε.

Αυτό που πραγματικά διακυβεύεται σήμερα, ή πιο σωστά, διακηδεύεται, είναι η συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση – το μόνο επίτευγμα της χώρας στη μεταπολιτευτική της περίοδο.

Κι ακόμη κι αν η Ευρώπη αλλάζει, εμείς δεν αλλάζουμε με τίποτε. Συνεχίζουμε να πιστεύουμε πως όλος ο κόσμος συνωμοτεί εναντίον της πτωχής πλην τιμίας χώρας μας.

Συνεχίζουμε να μη βλέπουμε τα μοιραία μας, έμφυτα, αθεράπευτα ελαττώματα και αρνούμαστε να παραδεχτούμε πως στην πραγματικότητα δεν είμαστε πολύ παραπάνω από μια μικρή και διόλου αυτάρκης χώρα που θα πρέπει κάποτε να προσδιορίσει επιτέλους τον ρόλο της μέσα στον υπόλοιπο κόσμο.

ΒΧ

8/5/12

Και να τη η επόμενη μέρα, έφτασε!


Ωραίααα! Προσήλθαμε ησύχως στις κάλπες και ασκήσαμε το εκλογικό μας δικαίωμα, αναδεικνύοντας τον ΣΥΡΙΖΑ αξιωματική αντιπολίτευση και στέλνοντας τα λεβεντόπαιδα της Χρυσής Αυγής στα έδρανα που είχαν κοσμήσει με την παρουσία τους Βενιζέλοι, Καραμανλήδες (οι κανονικοί), Τρικούπηδες, Κύρκοι και Ηλιού. 

Και μας έκαναν κι εντύπωση όλα αυτά, μάλιστα, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα. Και τώρα τι; “Now what?”, που λέμε και στο facebook. 

Γεγονός είναι πάντως πως στις 6 Μαΐου πέθανε ο δικομματισμός –όσο δεν μοιράζει λεφτά και παροχές, τουλάχιστον– που είναι καλό λένε και ο κυρίαρχος λαός έστειλε ένα «ηχηρό μήνυμα». Προς τα πού και σε ποιον ακριβώς και με ποιο αποτέλεσμα δεν έχω καταλάβει ακόμη, αλλά μέσα στις επόμενες μέρες θα το μάθουμε κι αυτό.

Να δούμε όμως ποιος ήταν ο κυρίαρχος λαός; Γραμμένοι για να ψηφίσουμε ήμασταν περίπου 10 εκατομμύρια. 3,5 εκατ. απείχαν. Όσοι ψηφίσαμε λοιπόν ήμασταν 6,5 εκατ. Ένα 19% απ’ αυτά, ήτοι 1,3 εκατ., ψηφίσαμε κόμματα που έμειναν εκτός νυμφώνος. Άρα, στη Βουλή εκπροσωπούνται πλέον 5,2 εκατ. Έλληνες, το μισό περίπου όσων δικαιούνται να ψηφίσουν. Ο ένας στους δυο, αν προτιμάτε.

Είναι αυτό θλιβερό, ή δεν είναι; Δείχνει πόσο ανώριμος λαός, είμαστε ή όχι; Τι σας λέει το ότι 3,5 εκατ. Έλληνες, τη στιγμή που παίζεται το μέλλον το δικό τους και των παιδιών τους, πήγαν χτες για μπάνιο, είχαν να λουστούν, ή τους πήραν κάποιοι τις ταυτότητες; Γιατί, το να ζουν 3,5 εκατ. ανήμποροι και κατάκοιτοι ανάμεσά μας δεν το βλέπω. Εκτός κι αν ήταν αυτοί που τόσο καιρό έπαιρναν τα επιδόματα.

Η αγαπητή μου Μ. υποστηρίζει πως αν αυτές οι εκλογές γίνονταν  σε διαφορετική στιγμή, χωρίς δηλαδή την τρόικα να μας απειλεί (και χωρίς φυσικά εμείς να την έχουμε ανάγκη), θα ήταν ό,τι καλύτερο. Γιατί μειώθηκε η αυταρέσκεια του ΠΑΣΟΚ και εκμηδενίστηκε η υπεροψία της ΝΔ που, μέχρι και το πρωί της Κυριακής, έτρεφαν αυταπάτες για αυτοδυναμίες. Θα βάλουν κάτω τον πισινό τους (τον «κώλο» τους, έγραψε, αλλά εγώ δεν γράφω έτσι) και θα στύψουν τα μυαλά, που ορισμένοι απ’ αυτούς έχουν, για να φτιάξουν καινούρια σχήματα, αξιόπιστα και βιώσιμα. 

Σωστό είναι αυτό, αλλά οι εκλογές ΔΕΝ έγιναν σε διαφορετική στιγμή. Έγιναν σε τούτη εδώ την κρίσιμη. Όπου ψηφίσαμε σαν να μην αντιμετωπίζουμε κανέναν κίνδυνο. Σαν να μη συνεχίζει να επισείεται από πάνω μας η ρομφαία της χρεοκοπίας και της επιστροφής στη δραχμή. Σαν λεφτά (για μισθούς, συντάξεις, καύσιμα κ.λπ.) να υπάρχουν. Ψηφίσαμε σαν να μη πιστεύουμε ότι ακόμη κινδυνεύουμε. Ψηφίσαμε εκφράζοντας τον θυμό και την αγανάκτησή μας, αλλά όχι την αγωνία μας για το αύριο. Ψηφίσαμε σαν να συμμετείχαμε σε μια ακόμη ανώδυνη, διασκεδαστική και χωρίς συνέπειες δημοσκόπηση. Ψηφίσαμε σαν μην φανταζόμαστε καν την «επόμενη μέρα» της ακυβερνησίας και των άκαρπων διερευνητικών εντολών. Λες και με το που βγήκε ο ΣΥΡΙΖΑ δεύτερο κόμμα –και κυβέρνηση, πιθανότατα– ξεπεράσαμε την κρίση και θ’ αρχίσουμε ξανά να δένουμε τα σκυλιά με τα λουκάνικα. 

Είναι σαφές ότι τα παραπάνω εκφράζουν τη δική μου άποψη και μόνο. Και ποιος μου λέει ότι είναι αυτή σωστή και ότι δεν είμαι εγώ ο αφελής και ανώριμος; Μπορούμε λοιπόν, εν πάση περιπτώσει, ν’ αφήσουμε τον κ. Τσίπρα να κυβερνήσει να δούμε τι πουλιά πιάνει; Γιατί έξω απ’ τον χορό πολλά τραγούδια λες. Και ποιος ξέρει; Μπορεί τελικά ο κ. Δραγασάκης, ο κ. Παπαδημούλης κι οι υπόλοιποι Σουσλόφ του ΣΥΡΙΖΑ να αποδειχτούν αντάξιοι, αν όχι θεαματικά ανώτεροι, των περιστάσεων και να μπορέσουν τελικά με κάποιο μαγικό τρόπο να μας βγάλουν ανώδυνα από την ύφεση. Πολύ φοβάμαι όμως ότι όσο ποθητή κι αν ήταν η Ρόδος, τόσο επώδυνο θα αποδειχτεί το πήδημα.

Και λίγα για τα υπόλοιπα κόμματα.
Το ΄χουμε ξαναπεί αυτό, αλλά αν το ΚΚΕ δεν κατάφερε ούτε και τώρα ν’ αυξήσει σημαντικά τα ποσοστά του, δεν θα το κάνει ποτέ πια. Οι κινητοποιήσεις του ΠΑΜΕ φαίνεται πως μόνο ενόχλησαν, ενώ τα «έξω από την Ευρώπη» και τα περί «κοινωνικοποίησης» του πλούτου, όσο να ‘ναι σκιάζουν.
Κι έχει καταλάβει κανείς τι ακριβώς θέλουν οι Ανεξάρτητοι Έλληνες, εκτός από το να φωνασκούν; Βλέπω, για παράδειγμα, στην τηλεόραση τον κ. Μαρκόπουλο και δεν βγάζω άκρη. Θέλουν να κυβερνήσουν, να συνεργαστούν, ή απλώς να κατηγορούν όλους τους υπόλοιπους.
Όσο για τη Χρυσή Αυγή, όταν είχαμε να κάνουμε με το αυγό του φιδιού, όχι μόνο δεν το τσακίσαμε, αλλά το στείλαμε και να κυβερνήσει – με τον Αστέριο! Να δω τώρα τι θα κάνουμε με το ίδιο το φίδι. Ας πρόσεχαν αυτοί που το ψήφισαν, πολλοί από τους οποίους, έχοντας ήδη δει το βίντεο με τον αρχηγό, είμαι σίγουρος πως ήδη μετάνοιωσαν. Παρόλα αυτά, πιστεύω πως η Χρυσή Αυγή δεν θ' αργήσει θα αποδειχτεί επικίνδυνα, έστω, γραφική, θα κάνει κι αυτή τον κύκλο της, προκαλώντας και ενοχλώντας στο Κοινοβούλιο, και θα αυτοαναιρεθεί.
Τέλος, κρίμα που ο Στέφανος Μάνος και η Δράση δεν μπήκαν στη Βουλή. Κρίμα ακόμη που την ίδια τύχη είχαν και η ΔΗΣΥ και η Δημιουργία Ξανά. Ίσως την επόμενη φορά να τα βρουν και οι τρεις σ' έναν συνασπισμό κοινής λογικής. Και μακάρι όσοι πίστεψαν σ’ αυτούς και είπαν να ασχοληθούν με την πολιτική μπας κι αλλάξει κάτι, να μην απογοητευτούν.
Τελειώνοντας, όπως ήδη έγραψα, μπορεί χτες να τελείωσε ο δικομματισμός, αλλά από σήμερα κιόλας αρχίζει η απομυθοποίηση. Το ξέρω γιατί το είδα στην τηλεόραση…
ΒΧ

5/5/12

Θα ψηφίσω τη Δράση

Πάει αυτό, το είπα. Σκέφτομαι όμως πόσο τραγικό θα ‘ναι να μη μπει αυτή στη Βουλή, για ελάχιστες ψήφους (για μόλις ένα 0.5%, ας πούμε) επειδή μερικοί είτε θα φοβηθούν τους «κομμουνιστές», είτε θα ψηφίσουν τον Βαγγέλη για αντίβαρο του Αντώνη και τούμπαλιν. Αν αυτό το μισό τοις εκατό πάει σ’ ένα από τα «μεγάλα» κόμματα (τη ΝΔ, πιθανότατα), θα βγάλει αυτό έναν ακόμη βουλευτή απ’ το ίδιο χωνευτήρι των αμετανόητων, δευτεροκλασάτων, ανεπάγγελτων, ρουσφετολόγων πολιτικάντηδων που μας έφεραν εδώ που μας έφεραν. Αν όμως πάει στη Δράση, αν μη τι άλλο, θα βλέπουμε πλέον και θα ακούμε στη Βουλή οκτώ (8!) καινούριους, άφθαρτους, ικανούς, αξιόλογους ανθρώπους, με φρέσκες ιδέες, έτοιμους και πρόθυμους να προσφέρουν και να κριθούν. Σκεφτείτε το…

Η πιο μεγάλη ώρα

Εσείς λοιπόν τι θα κάνετε όταν τελειώσουν τα ψέματα κι η παπαρολογία η καμαρωτή κι έρθει η ώρα να κρυφτείτε πίσω από το παραβάν, μεθαύριο, Κυριακή του Παραλύτου; Θα συσπειρωθείτε με τους αμετανόητους ανόητους των κομμάτων-οπερέτα εν όψει της εξ ευωνύμων επερχόμενης «λαίλαπας», θα αφεθείτε να παρασυρθείτε από το ρυάκι-που-έγινε-ποτάμι-που-έγινε-τσουνάμι του λαϊκισμού, θα μολύνετε το Κοινοβούλιο στέλνοντας σ’ αυτό ευκαιριακούς, πατριδοκάπηλους νοσταλγούς του ολοκληρωτισμού, θα τιμωρήσετε τη χώρα –και όλους μας μαζί– σαν τον αγά που θύμωσε κι έκοψε τα δικά του αναπαραγωγικά όργανα, ή θα κάνετε, όπως έχετε το μοναδικό προνόμιο, αυτό που ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ πιστεύετε σωστό για να πάει μπροστά αυτός ο έρμος ο τόπος; Ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν…

20/4/12

Η επόμενη μέρα


Έχετε καθίσει να σκεφτείτε πώς θα ‘ναι η επόμενη μέρα στη Βουλή; Όχι, γιατί έχετε και δουλειές, υποθέτω. Καλό είναι πάντως να αρχίσετε να το κάνετε γιατί όπως κι αν αυτή οριοθετηθεί χρονικά, τη βλέπω να ‘ρχεται βαριά συννεφιασμένη.

Για Κοινοβούλιο δέκα κομμάτων μιλάνε οι δημοσκόποι – που τελευταία κάνουν χρυσές δουλειές, αυτοί κι οι κλειδαράδες. Ακόμη κι αν επιβεβαιωθούν –πράγμα που δεν πολυπιστεύω γιατί απαντήσεις ελαχίστων τυχαίων σκοτισμένων σε δυσνόητες ερωτήσεις με μεγάλες λέξεις και πολλά σύμφωνα, εκφράζουν κυρίως μια περίσσια και ανώδυνη εκδικητικότητα– ποια απ’ αυτά τα κόμματα θα κυβερνήσουν;

Ποια θα εφαρμόσουν τις δεσμεύσεις της χώρας; Ποιο από τα δυο «μεγάλα» κόμματα θα ξυπνήσει την επομένη των εκλογών μ’ έναν φρέσκο χρώμα φιλελευθερισμού στα μάγουλά του; Και πώς θα πάει μπροστά τη χώρα, είτε μόνο του το κάνει αυτό είτε με παρέα; Και με ποιους; Με τους ίδιους χτεσινούς αναίσχυντους ρουσφετολόγους που ανενδοίαστα αλλάζουν θέσεις και κόμματα σαν φανέλες;

Και πώς θα σταθεί με αποτελεσματικότητα απέναντι στους χρεοκοπημένους εραστές της βλακείας, τους απολιθωμένους κομισάριους της εξίσωσης προς τα κάτω, τους καλοκάγαθους τροβαδούρους της απρόσωπης μετριότητας, τους καλοζωισμένους σουλτάνους του τυχοδιωκτισμού και τους φιλόπατρεις υμνητές της Kristallnacht και της Endlösung, φροντίζοντας στην πορεία να μείνει η χώρα στην Ευρώπη – και να μας παίρνει κι ο υπόλοιπος κόσμος στα σοβαρά;

Φαντάζεστε τι έχει να γίνει εκεί μέσα από τη στιγμή που με κάποιο μυστήριο τρόπο προκύψει κάποιο σχήμα διακυβέρνησης; Προκειμένου αυτό να μπορέσει να εφαρμόσει όσα υποσχεθήκαμε για να ξαναπάρουμε ζεστά λεφτά, στην καλύτερη περίπτωση θα δούμε ανίερες ευκαιριακές συμμαχίες του τύπου «ο Μήτσος κι εγώ κι όλοι σας», διαρκείας ημερών ή και ωρών ακόμη και με τα ανάλογα βέβαια οδυνηρά για τη χώρα ανταλλάγματα, ενώ στη χειρότερη φοβάμαι ότι θα ζήσουμε ξανά το καλοκαίρι του ’65, χωρίς μάλιστα την κομψοέπεια της εποχής.
   
Μέσα σ’ ένα πολιτικό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από πολιτικούς ηγέτες κατώτερους κάθε περίστασης η οποία θα περιλαμβάνει κάτι περισσότερο από αλόγιστες υποσχέσεις, βερμπαλιστικούς ακροβατισμούς (ακούω τον Βενιζέλο και θυμάμαι τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο να μιλάει στον Νίκο Ρίζο στην καθαρεύουσα και τον τελευταίο να αναρωτιέται «Άγγλος είναι;») και ξύλινο λόγο του τύπου «κάνε με πρωθυπουργό», ποιος λογικός άνθρωπος μπορεί να θεωρήσει τις εκλογές του Μαΐου λύτρωση, ή έστω λύση; Ποιος εχέφρων, όσο αισιόδοξος κι αν αισθάνεται, πιστεύει ότι η Δευτέρα θα ξημερώσει με φως ελπίδας για ένα καλύτερο μέλλον;

«Και τι προτείνεις, δηλαδή, να μη γίνουν;» θα μου πείτε. Αλίμονο! Εμείς πρέπει να είμαστε αυτοί που θα αποφασίσουμε  για τη μοίρα μας. Ο κυρίαρχος λαός. Κανένας Μπαρόζο, καμία Λαγκάρντ και κανένας Σόιμπλε. Με αξιέπαινη σεμνότητα αναγκάστηκαν άλλωστε να το παραδεχτούν και οι ίδιοι!

Θα ήθελα μόνο δύο πράγματα: το πρώτο είναι, πριν την 6η Μαΐου, να βρούμε όλοι λίγα λεπτά, για αναλογιστούμε με ηρεμία τις συνέπειες της ψήφου μας σαν αυτή να ήταν η μόνη που θα μετρούσε. Σαν να ψηφίζαμε δηλαδή μόνο εμείς. Απλοϊκός συλλογισμός, ναι, αλλά μόνο έτσι μπορεί κάποιος να καταλάβει τη δύναμη μιας ψήφου. Και όταν έρθει ή ώρα να περάσουμε πίσω από το παραβάν, με την ευθύνη που μας αναλογεί να της δώσουμε την βαρύτητα που της αξίζει.

Όσο για το δεύτερο, ακόμη κι αν πολλοί από μας απείχαμε από προηγούμενες εκλογές, αυτή τη φορά θα ήθελα να ψηφίσουμε όλοι. Όσοι τουλάχιστον πραγματικά αγαπάμε αυτή την πατρίδα. Όσοι προτιμάμε τη δημιουργία από την καταστροφή. Την ανάπτυξη από την αποδόμηση. Τη σύνεση από την άρνηση. Την ελευθερία από την αναρχία. Τη δημοκρατία από τον ολοκληρωτισμό… Οι άλλοι ας πάνε για μπάνιο.

ΒΧ




22/3/12

Αυτοκίνητα με προσωπικότητα, μέρος 1ον

«Η τέχνη οφείλει να ξαφνιάζει την πραγματικότητα», έλεγε η Φρανσουάζ Σαγκάν, πριν πεθάνει. Το ξάφνιασμα όμως είναι σχήμα λιτότητας μπροστά στο σοκ που πάθαμε όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά απέναντι σ’ εκείνο το φανταχτερό πορτοκαλί καβούρι με τις μαγουλάδες.




Ωστόσο, γρήγορα ερωτευτήκαμε –όσοι τουλάχιστον λατρεύουμε τις προκλήσεις– το Fiat Multipla του ’98. Δεν ήταν μόνο η αντικομφορμιστική του εμφάνιση και το επαναστατικό του εσωτερικό. Κανένα άλλο MPV δεν πάταγε στο δρόμο όπως ένα Multipla. Και πότε; Τον περασμένο αιώνα. Αφού, ακόμη και σήμερα, 14 χρόνια μετά, τα τωρινά «σημεία αναφοράς» τα βρίσκουν σκούρα απέναντι σ’ ένα κεφάτα οδηγημένο Multipla πρώτης γενιάς.

Βέβαια, το «πρώτης γενιάς» δεν είναι απόλυτα σωστό. Πάμε πίσω στη δεκαετία του ’50, όταν η Fiat έψαχνε τον αντικαταστάτη τού Topolino και την απάντηση στο 2CV της Citroën. Το τμήμα της εταιρείας που άκουγε στο υπέροχα ιταλικό Gruppo Motopropolsore Posteriore παρουσίασε τότε έναν 4κύλινδρο κινητήρα 633cc ο οποίος, αν κι έβγαζε μόνο 22 ίππους, κατάφερε να τρομάξει τον σινιόρ Ανιέλι που βρήκε το 600αράκι του ‘55 “un po’ troppo veloce”! Παρόλα αυτά, ο ντον Τζοβάνι συμφώνησε να βγει το Seicento στην παραγωγή, απαιτώντας όμως να αποτελέσει αυτό τη βάση για όσο περισσότερες παραλλαγές επέτρεπε η ιταλική μεταφασιστική ύφεση και επινοούσε η μεσογειακή μεταπολεμική εφευρετικότητα.

 O ορισμός της προσαρμοστικότητας. Το ίδιο και το αυτοκίνητο...


Μια απ’ αυτές ήταν το Multipla του ’56, ένα από τα πιο επαναστατικά σχέδια όλων των εποχών. Με 3,5m μήκος, όλα πίσω και έξι καθίσματα σε τρεις σειρές –ή δύο καθίσματα και σπηλαιώδη χώρο αποσκευών–, εκείνο το Fiat ήταν ο ορισμός της προσαρμοστικότητας. Και κάποιος έπρεπε να το εφεύρει γιατί τότε υπήρχε πραγματική ανάγκη. Βλέπετε, κάπως έπρεπε να μετακινηθούν οι πτωχοί, πλην πολύκαρποι, φαμελιάρηδες της Ιταλίας του ’50 και το αγώι ξυπνάει τον αγωγιάτη. Ο Έντισον, για παράδειγμα, για ν’ ανακαλύψει τον ηλεκτρισμό, δούλευε με κεριά στο σκοτάδι. Μη μου πείτε ότι δεν πιεζόταν. Ή τα πολυβόλα. [Τι τα πολυβόλα;] Το ότι υπάρχουν σημαίνει πώς κάποιος κάποτε –ορίστε, ο Γκάτλινγκ, το 1861– σκέφτηκε: «στο στομάχι μού κάθονται όλοι αυτοί εκεί κάτω, αλλά και πολλοί είναι και δεν τους φτάνω από δω». Αλλά ξεφύγαμε.

Ο σχεδιαστής λοιπόν του πρώτου Multipla, Ντάντε Τζιακόζα, έχαιρε τότε φήμης ανάλογης σούπερσταρ της Τσινετσιτά κι αυτό έδωσε αίγλη στο αυτοκίνητο. Οι δε διαφημίσεις του είχαν έντονο το, πρωτόγονο τότε, στοιχείο του λάιφσταιλ, απεικονίζοντας οικογένειες να διασκεδάζουν και ευτυχισμένες παρέες σε πικνίκ. Τουλάχιστον το felino, η gorgonzola και το Montepulciano να ‘ταν της προκοπής γιατί από οδική συμπεριφορά και επιδόσεις εκείνο το Multipla… Όχι, φαντάζεστε ένα 600αράκι με 22 άλογα και 1.150 κιλά, φορτωμένο με έξι φαγωμένους Ιταλούς;

Η Fiat πάντως άργησε να μπει στα σύγχρονα MPV με αποτέλεσμα η Renault, με το Scénic, να την πιάσει στον ύπνο. Κι όταν οι Ιταλοί το αποφάσισαν, φαίνεται πως έμπνευση δεν ήταν η Τζίνα Λολομπρίτζιντα, αλλά ο Ντίζι Γκιλέσπι. Οι υπόλοιποι ευρωπαίοι δεν χώνεψαν το Multipla του ‘98. Φιγουράριζε σε μόνιμη βάση στην κορυφή κάθε είδους ψηφοφορίας για το ασχημότερο αυτοκίνητο της σημερινής, και όχι μόνο, εποχής. Καλά που η Fiat, με μια επιλογή τυπικά… Fiat, προνόησε να το κατασκευάζει σ’ ένα εργοστάσιο με περιορισμένη δυνατότητα παραγωγής.

Ντίζι Γκιλέσπι: η έμπνευση για το Multipla του '98


Μπορεί να μην το παραδεχόμαστε, ή απλώς να μην το καταλαβαίνουμε, αλλά 50% απ’ ό,τι αγοράζουμε είναι ό,τι βλέπουμε. Αν όμως πιστέψουμε τους γκουρού του μάρκετινγκ και τους μαχαρίσι της διαφήμισης, η ελαφρώς εμετική λαϊφσταϊλίστικη ευρωπαϊκή οικογένεια του σήμερα ούτε που θα γυρίσει να δει ένα MPV αν αυτό δεν διαθέτει γιαουρτοθήκες μπρος πίσω, DVD με γιγαντοοθόνες, συρόμενη οροφή-πλανητάριο, ενσωματωμένα ποδήλατα και δυο μπάνια. Κι όλα αυτά βέβαια είναι κόλπο της παγκόσμιας αυτοκινητοβιομηχανίας που υπόσχεται έναν κόσμο γεμάτο περιπέτεια, υγεία, ζωντάνια και σεξ ενώ, όπως η Εκκλησία, θέλει μόνο τα λεφτά σου. Και να γιατί όλο και περισσότερος κόσμος φεύγει από την Εκκλησία κι επιστρέφει στον Θεό. Αλλά πάλι ξεφύγαμε.

Το Multipla του ’98 λοιπόν άντεξε μέχρι το 2004 όταν αντικαταστάθηκε από μια έκδοση με μια πιο ήπια μάσκα. Σίγουρα έχασε κάτι από την προσωπικότητα του προηγουμένου, γιατί ποιος πραγματικά προτιμά εσπρέσο ντεκαφεϊνέ, αλλά τα βασικά στοιχεία που κάνουν τη ζωή μαζί του ξεχωριστή, παρέμειναν. Το μικρό του σχετικά μήκος, η πρωτοποριακή 3+3 διαρρύθμιση των καθισμάτων, οι μεγάλες, κυρτές, γυάλινες επιφάνειες με την ελληνοπρεπέστατη, χαμηλή μέση, το πιο κοντό κι απ’ τον Συναχωμένο κιβώτιο με τον επιλογέα δίπλα στο τιμόνι, το χωρίς μια επίπεδη επιφάνεια Who-Killed-Roger-Rabbit τρελό εσωτερικό... Αλλά και αυτό το Multipla κατέληξε ταξί για την εγχώρια αγορά, για να αντικατασταθεί, το 2010, από το Fiat Freemont. [Who?]

Στενοχωριέμαι πάντως όταν ικανά αυτοκίνητα πάνε αδιάβαστα τη στιγμή που συμβατικοί, απρόσωποι, μεταλλικοί κουβάδες δρέπουν δάφνες επειδή εξοπλίζονται με δωρεάν δερμάτινα σαλόνια και συνοδεύονται από «ευέλικτα χρηματοδοτικά προγράμματα». Και επειδή η αποτυχία είναι ευκαιρία ν’ αρχίσεις ξανά, αλλά αυτή τη φορά πιο έξυπνα, ελπίζω η Fiat να τολμήσει να σχεδιάσει σύντομα ένα ανάλογα πρωτοποριακό και τολμηρό Multipla – κι ας συνεχίσει αυτό να φοβίζει παιδάκια και γιαγιάδες…  

21/3/12

Τυφλοί τα τ’ ώτα τον τε νουν τα τ’ όμματ’ εισίν


Το παρακάτω γράφεται με αφορμή ένα δήθεν εξώφυλλο του περιοδικού Focus, που φιλοτέχνησε ο αγαπητός συνάδελφος από των χώρο των εκδόσεων την προηγούμενη δεκαετία, Βασίλης Κ. Σ’ αυτό εμφανίζεται η γερμανίδα καγκελάριος να χαιρετά όπως διαβόητος προκάτοχός της, με τη συνοδεία κειμένου που θα περιμένατε.

Και αν διαβάζω σωστά την απάντησή του στο «ψυχραιμία» που του συνέστησα όταν το είδα, ο Βασίλης πρεσβεύει ότι πρέπει να αντιδράσουμε, δυναμικά υποθέτω, θεωρώντας ότι, ενώ στο παρελθόν βγαίναμε στους δρόμους για προεκλογικές συγκεντρώσεις και ποδοσφαιρικούς αγώνες κατά χιλιάδες, τώρα απλώς παρατηρούμε άπρακτοι – και να με συγχωρήσει αν ερμηνεύω τα γραφόμενά του λάθος.

Να συμφωνήσουμε όμως πρώτα στα ακόλουθα;  

1. Τα τελευταία χρόνια, η χώρα ζούσε σε μια «φούσκα» αδικαιολόγητης οικονομικής ευφορίας, με αποκορύφωμα τα χρόνια γύρω από το 2004.

2. Η είσοδός της στην ευρωζώνη δημιούργησε την, ας πούμε, παρανόηση ότι με μοναδικά μας εφόδια μια υπερχρεωμένη πλασματική ευμάρεια και μισθούς που διαρκώς αυξάνονταν (στο δε Δημόσιο, τη μόνη «επιχείρηση» που δεν εξαρτά την αμοιβή από την απόδοση, διπλασιάστηκαν!) χωρίς όμως να αυξάνεται ανάλογα η παραγωγικότητα, θα μπορούσε το βιοτικό μας επίπεδο να συγκλίνει με αυτό της ευρωζώνης εν μια νυκτί.

3. Κάθε κυβέρνηση, από το 2001 και μετά, υπερδανειζόταν και ξόδευε σαν να μην υπήρχε αύριο προκειμένου ημέτερα, κρατικοδίαιτα ασκέρια συντεχνιών, επαγγελματιών συνδικαλιστών, κρατικών λειτουργών και δημοσίων κηφήνων να συνεχίσουν να επιδίδονται σ’ ένα ατέρμονο γιουρούσι στα δικά μας – στα δικά μας χρήματα.

4. Όσο δε η χώρα δανειζόταν και υπερχρεωνόταν, λεφτά υπήρχαν και η φοροδιαφυγή και η διαφθορά διογκώνονταν. Αλλά όσο μας βόλευε αυτή η βρομιά, όχι μόνο την ανεχόμαστε, την ενθαρρύναμε κιόλας.

5. Η πρόσφατη ελεγχόμενη χρεωκοπία, «αναδιάρθρωση» αν προτιμάτε, είναι η καλύτερη δυνατή διευθέτηση του δημόσιου χρέους που θα μπορούσαμε να πετύχουμε στον πραγματικό κόσμο τουλάχιστον, αυτόν δηλαδή των σημερινών οικονομικών συνθηκών και πολιτικών συσχετισμών.

6. Ανερμάτιστες προτάσεις για επιστροφή σε δικό μας νόμισμα, το οποίο μάλιστα θα μπορούν να τυπώνουν κατά βούληση οι ίδιοι που μας έφεραν εδώ, δεν αποτελούν λύσεις, αλλά συνταγή όλες τους ενός πισωγυρίσματος κοινωνικού, οικονομικού και πιθανότατα εθνικού, δεκαετίες ολόκληρες πίσω.

Αν συμφωνούμε με τα παραπάνω συνεχίζουμε. Αν δεν συμφωνούμε και πιστεύουμε ότι θα μπορούσε το χρέος μας ή να διαγραφεί μονομερώς χωρίς συνέπειες, ή, έστω, να πάει στις καλένδες και «όποτε μπορούμε θα σας δίνουμε και πού ‘στε; μη τα σβήσετε αν δεν σας τα δώσουμε», αυτό το σημείωμα προφανώς απευθύνεται σε άλλους.

Συνεχίζοντας, δεν καταλαβαίνω τι πραγματικά θέλουν αυτοί που δεν βλέπουν τίποτε, που δεν ακούνε τίποτε, που φωνάζουν «όχι» σε όλα. Αυτοί που μας καλούν να οργανωθούμε, να αντισταθούμε δυναμικά, να κατέβουμε στους δρόμους, να κάνουμε το Σύνταγμα Ταχρίρ, να «τους καταργήσουμε»...

Ωραία, ας «καεί το μπουρδέλο η Βουλή». Κι ας πούμε στους «τοκογλύφους» και τους τοπικούς πρωτοκολλητές των αποφάσεών τους πως θα πάρουν τ’ α….. μας. Και να βάλουν τα ομόλογα τους εκεί που ξέρουν. Γιατί δεν τους έχουμε ανάγκη. Και δεν τα θέλουμε, ρε, τα λεφτά τους! Εντάξει, όχι τα παλιά, καινούρια δεν θέλουμε. Γιατί θα ‘χουμε τα δικά μας πια. Και θα τα τυπώνουμε όποτε μας τελειώνουν και θα δίνουμε ο ένας στον άλλον αυξήσεις, δώρα κι επιδόματα και θα περνάμε κιμπάρικα και δεν θα ‘χουμε και κανέναν στον σβέρκο μας. Και καλύτερα, εδώ που τα λέμε, γιατί η αντίσταση, λένε, είναι στο DNA του Έλληνα. Και σ’ όποιον αρέσει, στην τελική. Γιατί δεν έχουμε, ρε, ανάγκη κανέναν. Η ψωροκώσταινα ήταν, είναι και θα παραμείνει υπερήφανα αυτάρκης. Μέχρι και πετρέλαιο δικό μας θα ‘χουμε σε τρία τέρμινα. Και φυσικό αέριο σε άλλα τρία. Μπορεί και ντομάτες.

Έκτακτα. Και μετά τι; Θα αποφασίζει η νεοδημιουργηθείσα λαοκρατία της νέας Νότιας Βαϊμάρης για τα φλέγοντα θέματα, δια βοής, στην Ομόνοια και στον Άγιο Παντελεήμονα; Γιατί στο Σύνταγμα-Ταχρίρ δεν θα ‘χει χώρο. Εκεί θα ‘χουμε στήσει τα λαϊκά δικαστήρια για τους δωσίλογους και τους μπαρμπαθωμάδες. Και θα συναλλάσσεται σε είδος στη λαχαναγορά και στη Βαρβάκειο;

Έχει αλήθεια κανείς απ’ όλα αυτά τα troll που αναμασούν μπούρδες σαν τις παραπάνω, αναπαράγοντας τες ανώνυμα στο διαδίκτυο, μια εφικτή, ρεαλιστική πρόταση για την επόμενη μέρα; Όχι, βέβαια. Γιατί θέλουν είτε να αποφύγουν, πάση θυσία, το οποιοδήποτε ξεβόλεμα και την οποιαδήποτε συμμετοχή τους στην αντιμετώπιση της κρίσης, συνεχίζοντας βέβαια να αρπάζουν στην πορεία ό,τι προλάβουν, είτε απλώς μια άναρχη χώρα.

Φυσικά και νιώθω πίκρα και απογοήτευση για την κατάντια της χώρας. Σε ποιον αρέσει να εργάζεται για να πληρώνει φόρους, να μένει χωρίς εργασία, να ζει από ραγδαία μειούμενα «έτοιμα» κάτω από τα όρια της φτώχιας; Σε κανέναν. Και μακάρι να ξυπνούσαμε αύριο το πρωί έχοντας ζήσει ένα κακό όνειρο και μόνο. Και η ζωή, λέει, να συνεχιζόταν όπως πριν. Έστω και χωρίς Ferretti, Matsuhisa ή Cayenne. Και τώρα μάλιστα που θα ‘χαμε πάρει και μια εικόνα από το μέλλον και δεν θα μας άρεσε, θ’ αρχίζαμε να κάνουμε τις καβάτζες μας και να προετοιμαζόμαστε. Οικονομικά και ψυχολογικά. Αλλά τα πράγματα είναι δυστυχώς αυτά που είναι και δεν αλλάζουν. “And that’s the way the cookie crumbles”, που έλεγε κι ο Shakespeare.

Και για να έρθω στο επίμαχο θέμα, τι προσφέρουν ευρήματα όπως το συγκεκριμένο ersatz εξώφυλλο; Πείτε μου ένα καλό που κάνουν εικόνες σαν κι αυτή σ’ εμάς και τη χώρα. Ένα! Φοβάμαι δε ότι ανάλογες καλλιτεχνικές αναζητήσεις, αλλά και άλλες παρόμοιες που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, σε συνδυασμό με αψυχολόγητες ενέργειες τερατώδους βλακείας, από την επιμονή στις διεκδικήσεις πολεμικών αποζημιώσεων μέχρι το κάψιμο γερμανικών σημαιών, πρώτα απ’ όλα πλήττουν τη μόνη ελπίδα που μας έμεινε για ανάκαμψη και μείωση της ανεργίας και είναι δυστυχώς ο τουρισμός. Ενώ, εξάπτοντας το εθνικιστικό μένος ανεγκέφαλων ένθεν και ένθεν, κάνουν μόνο ζημιά.

Υπάρχει και καλύτερο και αποτελεσματικότερο χιούμορ, χιούμορ που σφάζει με το βαμβάκι. Κι ο Βασίλης είμαι σίγουρος ότι απ’ αυτό διαθέτει μπόλικο. Έτσι θυμάμαι τουλάχιστον. Γι αυτό ζήτησα «ψυχραιμία».

Κι ένας γενικός προβληματισμός για το τέλος: έχουμε άραγε αναλογιστεί πού θέλουμε να βρισκόμαστε δέκα χρόνια μετά; Προτιμάμε να είμαστε ένα φωτεινό παράδειγμα ανέλπιστης ανάκαμψης και απρόσμενης ανάπτυξης –άντε και μνημειώδους αντοχής, σας λέω εγώ– ή μια χώρα-σκιά της ιστορίας της, η Κούβα της Μεσογείου;

ΒΧ