Αν ένας
κλάδος έχει δεχτεί γερό στραπάτσο τα τελευταία χρόνια, αυτός είναι ο κλάδος του
αυτοκινήτου.
Από
τα υπερβολικά πολλά, όπως και να τα δει κανείς, καινούρια αυτοκίνητα που
πουλήθηκαν στη διάρκεια της αλήστου μνήμης χρονιάς των Ολυμπιακών Αγώνων, φέτος
αναμένεται να πουληθεί το 1/6. Και για να το κάνουμε πενηνταράκια, από τα
290.000 κομμάτια του 2004 θα πέσουμε φέτος στα 50.000! Με τα περισσότερα απ’
αυτά να είναι βέβαια μικρά αυτοκίνητα (μίνι ή σουπερμίνι), από 1400cc και κάτω και πολλά λέω. Με ελάχιστο περιθώριο κέρδους που, έτσι κι
αλλιώς, εξανεμίζεται σε απαραίτητες πλέον εκπτώσεις, απελπισμένες ανταλλαγές,
«πατάκια», συναγερμούς, αισθητήρες παρκαρίσματος και κάμερες οπισθοπορείας. Σε Yaris;
Μιλάμε
εδώ για πραγματική καταστροφή που μεταφράζεται, όχι απλώς σε τεράστιες και
συνεχείς ζημιές –ποιος αλήθεια νοιάζεται για το αν καλοζωισμένες, αλαζονικές αντιπροσωπίες
είναι τώρα βαθιά στο κόκκινο όταν (α) χρόνια ολόκληρα έβγαζαν εκατομμύρια και
(β) ο ίδιος δεν έχει να φάει–, αλλά σε πολλές χιλιάδες οριστικά χαμένες θέσεις εργασίας, οι περισσότερες απ’ αυτές άδικα.
Και όχι μόνο στον ίδιο τον κλάδο του αυτοκινήτου, αλλά και σε άλλους, άμεσα ή
έμμεσα εξαρτημένους απ’ αυτόν. Σε συνεργεία, ανταλλακτικά, αξεσουάρ, στη
διαφήμιση και βέβαια στον λεγόμενο «ειδικό Τύπο».
Τις
δύσκολες λοιπόν αυτές μέρες, θα περίμενε κανείς πως οι αναξιοπάσχουσες
αντιπροσωπίες θα επιλέγουν να στηρίζονται στη βοήθεια που, πιο απλόχερα από
ποτέ, τους προσφέρει σήμερα ο ειδικός Τύπος (τα τρία τέσσερα δηλαδή περιοδικά αυτοκινήτου
που μένουν ακόμη όρθια) στηρίζοντάς τον έτσι κι αυτές μπας και όλοι μαζί επιβιώσουν
για να ‘ναι εδώ όταν, αργά ή γρήγορα (εντάξει, αργά), τα πράγματα μπουν ξανά σε
κάποιον λογαριασμό.
Κι
όμως, οι περισσότερες, στην απόγνωσή τους από τη μια να «δείξουν νούμερα» σε εργοστάσια
και αμέτοχους μετόχους και από την άλλη να διατηρήσουν ένα μερίδιο αγοράς –που δεν
θ’ αργήσει να αναφέρεται μόνο με απόλυτους αριθμούς, χωρίς δηλαδή το %– επιλέγουν
να συμβάλλουν σ’ αυτό το πολύχρωμο, κακόφωνο συνονθύλευμα που γεμίζει τον νεκρό
χρόνο ο οποίος παρεμβάλλεται μεταξύ αφενός εραστών κάποιων δυτικών προαστίων και
του καφέ μιας χαράς, και αφετέρου οθωμανικών σίριαλ και χαζοχαρούμενων
τηλεοπτικών συνευρέσεων με ροζ παρουσιαστές και παρουσιάστριες, συχνά του ίδιου
φύλου. Χρόνο που εσείς βέβαια, πολύ σοφά, επιλέγετε για να επισκεφτείτε την
κουζίνα σας, ή την αίθουσά σας του θρόνου, με αποτέλεσμα το χρυσοπληρωμένο σποτάκι
να το βλέπουν τελικά ο Rex το λαμπραντόρ και ο Nemo το χρυσόψαρο
που, παρ’ όλα αυτά, μένει με το στόμα ανοιχτό κάθε φορά.
Και
ερωτώ, ρητορικά βέβαια: είναι τρόπος αυτός για να συντηρήσεις την εικόνα ενός
ατυχήσαντος προϊόντος; Ποια προστιθέμενη αξία σού προσφέρουν 20 δευτερόλεπτα συγκεχυμένου
«τηλεοπτικού χρόνου» ανάμεσα σε κινητά, μπαλαδώρα και οργασμικά γιαούρτια; Ποιος
θα δει το καινούριο σου Volvo, Opel, Citroën ή Skoda σε αυτό το φανταστικό περιβάλλον, που υπάρχει μόνο στην τηλεόραση –αυτό
με τις ξένοιαστες, χαμογελαστές ευρωπαϊκές οικογένειες, όπου ακόμη κι ο παππούς
είναι σαραντάρης– και θα πει: «σαν καλά να πηγαίνουν τα πράγματα, καιρός ν’
αγοράσω εκείνο το Avensis»; Ποιος θα βγει να ψωνίσει όταν
δεν ξέρει τι θα του ξημερώσει αύριο; Και με τι, όταν «του λείπουν 98 δραχμές
για να φτιάξει κατοστάρικο»;
Ποιος
είσαι όμως εσύ, ρε τρίχα, που θα διανοηθείς να αμφισβητήσεις τα μεγάλα στελέχη;
Ποιος είσαι εσύ που θα κάνεις κουμάντο σε ξένες τσέπες; Να περιορίσουν τις
ζημιές τους προσπαθούν οι εταιρείες. Σωστό κι αυτό. Αλλά πολύ βραχυπρόθεσμος και
πολύ απελπισμένος μου κάνει αυτός ο τρόπος προβολής. Φοβάμαι
δε ότι, μέσα σ’ αυτό το μπαράζ λοβοτομημένης κακογουστιάς που λέγεται ελληνική
τηλεόραση, διαφημιστικά budget που θα
μπορούσαν τώρα να ξαναχτίσουν μια εικόνα –και μάλιστα πολύ οικονομικά– πάνω
στην οποία βέβαια θα πατήσουν οι εταιρείες στο μέλλον για να πλασάρουν ξανά τα
αυτοκίνητά τους μέσα από το χαζοκούτι, πάνε τώρα χαμένα συντηρώντας στην πορεία
Μέσα που ποτέ τους δεν το άξιζαν.
ΒΧ




