22/12/18

Πώς είναι να οδηγείς μια "κλούβα";


Πριν λίγες μέρες χρειάστηκε να μεταφέρω ένα ογκώδες, βαρύ και ανεκτίμητο κομμάτι κληρονομικής επίπλωσης. Στην αρχή, σκέφτηκα να πάω εδώ παρακάτω, στη Γλυφάδα, και να μισθώσω ένα απ’ αυτά τα φορτηγά που γράφουν στον μουσαμά «ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ-ΤΑΚΟΜΙΣΕΙΣ», παιχνιδίζοντας ευρηματικά με το κοινό «ΜΕ». 
Αλλά επειδή αφενός είμαι γενικά μετρημένος με τα λεφτά –τελευταία ακόμη περισσότερο– και αφετέρου το ως άνω έπιπλο είναι πλέον ανεκτίμητο, είπα να δω πρώτα μήπως συμφέρει να νοικιάσω ένα μεγαλούτσικο van, τύπου Transit, Ducato, Sprinter κ.λπ.) Είδα ότι συνέφερε και νοίκιασα.

Και επειδή σε βλέπω, αγαπητέ follower, να αναρωτιέσαι πώς είναι να οδηγείς (και, για λίγες μέρες, να ζεις) με μια «κλούβα», σκέφτηκα να μοιραστώ μαζί σου την εμπειρία, χωρισμένη μάλιστα σε κεφάλαια για να είναι και πιο εύπεπτη.

Μπαίνοντας

 Η είσοδος, αναρρίχηση σωστότερα, σ’ ένα τέτοιο αυτοκίνητο απαιτεί τρία βήματα:

(1) Ξεκλειδώνεις την πόρτα. Κάτι που γίνεται βάζοντας το κλειδί στην κλειδαριά –άκου τώρα κάτι πράγματα– μιας και ο εξοπλισμός άνεσης ενός τέτοιου αυτοκινήτου καθορίζεται πιθανότατα από τις απολύτως απαραίτητες κοινοτικές προδιαγραφές ασφαλείας.

(2) Ανοίγεις την πόρτα. Η οποία, στο συγκεκριμένο van τουλάχιστον, είναι κατασκευασμένη από τα φθηνότερα δυνατόν υλικά και κατά συνέπεια ζυγίζει όσο περίπου ένα ταψί, άντε δυο.

(3) Εν τέλει αναρριχάσαι και αντικρύζεις το…

Εσωτερικό

Το οποίο, σ’ ένα τέτοιο αυτοκίνητο, ένας αρχαίος Σπαρτιάτης θα χαρακτήριζε πλούσιο. Και το οποίο, για τους καλομαθημένους αυτοκινητικούς γραφιάδες, μεταφράζεται σε «για όνομα, χειροκίνητα ρυθμίζονται οι καθρέφτες;»

Ρύθμιση, βέβαια, που απαιτεί σημαντικό χωροχρόνο αφού, για να φτάσεις τον καθρέφτη της πόρτας του συνοδηγού, πρέπει να συρθείς πάνω από δυο καθίσματα, ένα κεντρικό υποβραχιόνιο (αν είσαι τυχερός – δεν είσαι), αποφεύγοντας τυχόν λεβιέδες ταχυτήτων και χειρόφρενα. Ή να έχεις πολύ μακριά χέρια. Ή πρόχειρο selfie-stick.

Κάνοντας όπισθεν

Διότι θα έρθει η στιγμή που θα χρειαστεί να κάνεις και όπισθεν. Κάτι που συνιστά σημαντικό πρόβλημα, οφειλόμενο κυρίως στους προαναφερθέντες, χειροκίνητα ρυθμιζόμενους, εξωτερικούς καθρέφτες. Και να τι ακολουθεί:

(1) Βάζεις όπισθεν – εύκολο.

(2) Διαπιστώνεις πως το να επιχειρείς να κοιτάξεις προς τα πίσω σε μια «κλούβα» είναι σαν να μπαίνεις σε δρόμο με κίνηση μ’ ένα μεγάλο SUV, ας πούμε, έχοντας όμως καλύψει τα παράθυρα με χαρτόνια.

(3) Εξ ανάγκης, καταφεύγεις στους εξωτερικούς καθρέφτες που συνειδητοποιείς πως κοιτάνε αλλού γι αλλού.

(4) Βάζεις νεκρά, σέρνεσαι στην άλλη μπάντα (πάνω από δυο καθίσματα, ένα κεντρικό υποβραχιόνιο, αποφεύγοντας τυχόν λεβιέδες ταχυτήτων και χειρόφρενα) και ρυθμίζεις ξανά τον δεξιό καθρέφτη.

(5) Επιστρέφεις στη θέση του οδηγού απ’ όπου ανακαλύπτεις πως δεν τον έχεις ρυθμίσει σωστά.

(6) Λες «δεν γ…έται» και κάνεις όπισθεν κι ό,τι προκύψει.

(7) Ακόμη κι αν είσαι σε αλάνα, συναντάς τον μοναδικό στύλο της περιοχής.

Τα εφτά αυτά βήματα είναι απολύτως αναπόφευκτα. Κατά συνέπεια, αγαπητέ follower, αν ποτέ βρεθείς στο τιμόνι ενός τέτοιου τυφλού van, συνιστώ να προγραμματίζεις τις διαδρομές σου έτσι ώστε να μην χρειαστεί ποτέ να κάνεις όπισθεν.

Οδηγώντας

Είναι να ξεκινήσεις. Άπαξ και βγεις στον δρόμο, η οδήγηση (προς τα εμπρός) δεν είναι και τόσο δύσκολη. Για παράδειγμα, κινείσαι στην εθνική με καμιά 120αριά, όπως σ’ ένα κανονικό αυτοκίνητο, βλέπεις από το παρμπρίζ σου, όπως σ’ ένα κανονικό αυτοκίνητο, και τσεκάρεις τον εσωτερικό σου καθρέφτη, όπως σ’ ένα κανονικό αυτοκίνητο. Απολαμβάνοντας εδώ το θέαμα ενός μακριού, σκοτεινού δωματίου το οποίο (αν είσαι τυχερός – δεν είσαι) στην άλλη του άκρη μπορεί να έχει κι ένα δυο παράθυρα-πολεμίστρες.

Πέραν αυτού, όλα καλά. Μέχρι να χρειαστεί να αλλάξεις λωρίδα. Διαδικασία που απαιτεί εξοικείωση. Για να την επιτελέσεις με ασφάλεια, κοιτάς τους καθρέφτες, βγάζεις φλας, ξανακοιτάς τους καθρέφτες, ξαναβγάζεις φλας, και όταν έχεις πλέον σιγουρευτείς πως είναι ασφαλές να αλλάξεις λωρίδα, αλλάζεις. Κλείνοντας τα μάτια.

Σοβαρά πάντως, το πρόβλημα με αυτού του τύπου τα van είναι ότι το εκλαμβανόμενο προφίλ του τυπικού οδηγού τους (ειδικά αυτών των εταιρειών courier και των άλλων με τα αυτοκόλλητα «Συχνές Στάσεις» – ένα «Οπουδήποτε» θα το πρόσθετα) είναι τόσο βαθιά ριζωμένο στη συνείδηση των υπολοίπων χρηστών των δρόμων, με αποτέλεσμα το προφίλ του αυτοκινήτου να υπερισχύει εκείνου του οδηγού.

Έτσι, όλοι θεωρούν πως όποιος οδηγεί τέτοιο van οδηγεί σαν μαλάκας. Ακόμη κι όταν έχει απλώς νοικιάσει ένα τέτοιο για μια-δυο μέρες και είναι κανονικός άνθρωπος, με τρόπους. Ενδεικτικά, σε βαριά κίνηση στη λ. Ευελπίδων, το γένος Βάρης-Κορωπίου, σχεδόν σταμάτησα για να επιτρέψω σε μια κυρία μ’ ένα τζιπ να βγει από το Jumbo και δεν πίστευε στα μάτια της. Τέλος πάντων, πάμε παρακάτω. Στο…

Παρκάρισμα

Κάποια στιγμή θα χρειαστεί βέβαια να παρκάρεις. Κάτι που επιτελείται σε μέρη όπου είτε μπορείς να παρκάρεις απευθείας με τη «μούρη» είτε υπάρχει χώρος αρκετός για δεξαμενόπλοιο. Εκτός βέβαια κι αν επιστρέφεις το αυτοκίνητο πίσω στην εταιρεία ενοικίασης. Οπότε το παρατάς όπου βρεις μιας και δεν πρόκειται να το οδηγήσεις ξανά.

Όχι τίποτε άλλο, αλλά πάνω που άρχισες να το συνηθίζεις δηλαδή…

17/8/16

Οι 10 μέρες που χαρακτηρίζουν τον νεοέλληνα



Στο χωριό μου, στα βουνά των Αγράφων, οι περισσότερες από τις 365 μέρες του χρόνου περνάνε ευχάριστα, ανώδυνα και απροβλημάτιστα – άντε να κλείσει μια δυο μέρες ο δρόμος απ’ τα χιόνια που κι αυτά μας τα ‘κοψαν.


Και γράφω «οι περισσότερες» μιας και είναι και αυτές οι λίγες, που περικλείουν τον νεοελληνικό κατανυκτικό δεκαπενταύγουστο, όπου το χωριό σχεδόν μένει από νερό. Με συνέπεια, αυτές τις εφτά, δέκα μέρες, να αναγκαζόμαστε να ανοίγουμε την παροχή του, πηγαίου, νερού για λίγες μόνο ώρες το πρωί και για ακόμη λίγες το απόγευμα, ώστε να προλάβουν να γεμίσουν τα ντεπόζιτα που όλα σχεδόν τα σπίτια έχουν, συνοδεία βέβαια των απαραίτητων πιεστικών.

Το πρόβλημα έγκειται στο ότι η δεξαμενή που τροφοδοτεί το χωριό, η οποία 350 μέρες τον χρόνο υπερχειλίζει, τις μέρες αυτές, ειδικά αν κάνει και ζέστη, πρακτικά αδειάζει. Χεστήκαμε, θα μου πείτε, για το χωριό σου, ρε φίλε. Μείνετε όμως μαζί μου, έχει ενδιαφέρον.

Και γιατί αδειάζει; Πολύ απλά, διότι η κατανάλωση, αυτές τις μέρες, υπερβαίνει κατά πολύ την παροχή των πηγών οι οποίες, χωρίς βροχές και χιόνια, κινδυνεύουν το καλοκαίρι να στερέψουν. Αυτό δεν συνέβαινε πάντα, είναι σχετικά πρόσφατο φαινόμενο. Και οφείλεται βέβαια στη σπατάλη στην οποία είχε/έχει συνηθίσει ο τοπικός νεοέλληνας από την εποχή των παχιών αγελάδων.

Ο οποίος τοπικός, ειδικά τα τελευταία χρόνια που, ανάγκη φιλοτιμία ποιησάμενος, απεμπόλησε «τα μπάνια» στο Πήλιο, στον Πλαταμώνα και στη Χαλκιδική προς χάριν του εξοχικού στο χωριό το οποίο μέχρι πρόσφατα δεν καταδεχόταν, εννοεί να ποτίζει καθημερινά το γκαζό(sic) –διότι ο βλάχος, με την απαξιωτική έννοια γιατί κι εγώ βλάχος είμαι, δεν κάνει χωρίς γκαζό, πάρ’ του τα όλα, αλλά άσ’ του το γκαζό– και να πλένει και «τ’ αμάξι».

Προς τούτο δε, έχει τοποθετήσει και αυτόματο ποτιστικό –αυτόματο ποτιστικό στο βουνό!– ή απλώς αφήνει μόνιμα ανοιχτή τη βρύση που βάζει το λάστιχο «για όταν έρθει το νερό». Και δεν παίρνει κι από λόγια, καθότι ο νεοέλληνας αφεξανέκαθεν ήταν με τον παρά του και την κυρά του.

Γιατί κάθομαι και τα γράφω αυτά; Για τρεις λόγους:

(1) Για να υπενθυμίσω, λες και χρειαζόταν, τη βάναυση αδιαφορία του ψευτοαλληλέγγυου νεοέλληνα αγριορωμιού για οτιδήποτε είναι μακριά απ’ τον κώλο του,

(2) Για να επισημάνω πως τελικά μπορείς να περάσεις με πολύ λιγότερο νερό απ’ όσο νομίζεις, χωρίς να στερηθείς απολύτως τίποτε (με την αφορμή, συνάνθρωποί μας, εξ ανάγκης, ζουν με 8 ή 10 λίτρα νερό την ημέρα, κι αν αυτό σας φαίνεται αρκετό, think again) και


(3) Για να ξαραχνιάσω τις Βλαβερές Συνέπειες που τελευταία έχω παραμελήσει και μου κρατάνε μούτρα.

BX

10/6/15

Θεωρίες παιγνίων στην πλάτη μας

Να δεχτώ πως δεν είναι εξουσιομανείς απατεώνες ή πολιτικοί κομπογιαννίτες.

Να δεχτώ πως δεν μας είπαν ψέματα όταν υπόσχονταν πως θα καταργούσαν, μ’ έναν νόμο και με μια νομοθετική πράξη, μνημόνιο και εφαρμοστικούς νόμους “μέσα σε μια νύχτα, έτσι όπως πραξικοπηματικά μας είχαν αυτά επιβληθεί”.

Να δεχτώ πως ο μεγαλύτερος εχθρός της αλήθειας δεν είναι το ψέμα, αλλά οι πεποιθήσεις.

Να δεχτώ πως εκβίασαν τις εκλογές, καλή τη πίστει, για να βγάλουν τη χώρα από το αδιέξοδο – και εμάς από τη μιζέρια και την ανθρωπιστική κρίση.

Να δεχτώ πως σε μια δανειακή σύμβαση αυτός που καθορίζει τους όρους αποπληρωμής είναι πάντα ο δανειζόμενος.

Να δεχτώ παρ’ όλα αυτά πως το δημόσιο χρέος είναι ουσιαστικά λογιστικό, μη βιώσιμο και μη διαχειρίσιμο.

Να δεχτώ πως ο κ. Πρωθυπουργός παραπλανήθηκε από τα game theories του κ. Βαρουφάκη και θεώρησε πως στο game of chicken που ο ίδιος προκάλεσε, πρώτοι οι άλλοι θα έκαναν πίσω.


Να δεχτώ λοιπόν πως απλώς υπερεκτίμησαν εαυτούς, υποτιμώντας τους “αντιπάλους”.

Να δεχτώ πως υπάρχει λόγος σοβαρός που δεν ενημερώνουν το Κοινοβούλιο και τον λαό για τα όσα κατά καιρούς προτείνουν ή αντιπροτείνουν στους θεσμούς.

Να δεχτώ ακόμη πως μια τέτοια ενημέρωση είναι προνόμιο αποκλειστικά μιας κάστας εκλεκτών, ενός πεφωτισμένου πολίτμπιρο και πως οι υπόλοιποι θα πρέπει να περιμένουμε (όπως άλλωστε δήλωσε ο κ. Βαρουφάκης στις 29/5) και πάλι να μας εκπλήξουν.

Έχουν καταλάβει όμως σε ποια κατάσταση έχουν φέρει τη χώρα;

Έχουν καταλάβει πόσα δισ. χρέη έχουν προσθέσει στα όσα κληρονόμησαν για να διαγράψουν μονομερώς;

Έχουν καταλάβει ότι κατάφεραν κάτι μοναδικό; Να δημιουργήσουν δηλαδή ύφεση πριν καν αρχίσουν να παίρνουν τα υφεσιακά μέτρα –που έρχονται όσο σίγουρα βγαίνει ο ήλιος– τα οποία δεν θα ‘ναι όμως υφεσιακά γιατί θα ‘ναι πρώτη φορά από αριστερά;

Και τι έχουμε τελικά κερδίσει –εμείς που δεν είμαστε καθαρίστριες, σόι ΕΡΤ ή εντολείς Κατρούγκαλου– από τις 25 Ιανουαρίου και μετά;

Και εν πάση περιπτώσει, μπορεί κάποιος να μου υποδείξει έναν μνημονιακό εφαρμοστικό νόμο που αυτή η κυβέρνηση κατήργησε από τότε που ανέλαβε την εξουσία;

Μπερδεμένος από Ν. Προάστια

18/2/15

Το περιμέναμε, λέει…

Άκουσα πριν λίγο τον κ. Πρωθυπουργό, στη συνάντηση με τον ΠτΔ που φρόντισε να ξαποστείλει, να δηλώνει πως “δεν έχει γίνει τίποτε που δεν το περιμέναμε, όλα τα περιμέναμε…”.

Λοιπόν δεν θα το πιστέψετε... Στις πολυεθνικές, ολιγοεθνικές και μονοεθνικές εταιρείες που έχω κατά καιρούς εργαστεί, όταν βρισκόμουν μπροστά σε μια διαπραγμάτευση, ή έστω ένα meeting, βρε αδερφέ, ειδικά όταν εγώ ο ίδιος την/το είχα προκαλέσει, πήγαινα όσο το δυνατόν καλύτερα προετοιμασμένος. 

Διαβασμένος. Μελετημένος. Με επιχειρήματα, με στοιχεία, με νούμερα… Του τύπου, αν μου πουν αυτό, θα πω εκείνο. Κι αν μου αντιτάξουν εκείνο, έχω στοιχεία για να τους πείσω για το αντίθετο. Ή τουλάχιστον να προσπαθήσω γι αυτό.  

Και επειδή εγώ είμαι και λίγο βλαξ περί τα οικονομικά και αφελής περί τα πολιτικά, όσο να ‘ναι προβληματίζομαι.

Για μήνες ολόκληρους πριν τις εκλογές, τις οποίες οι ίδιοι προκάλεσαν, κάθε δημοσκόπηση έφερνε τον ΣΥΡΙΖΑ πρώτο κόμμα. Το ήξεραν. Το περίμεναν. Το ήθελαν. Θριαμβολογούσαν προκαταβολικά και δικαίως. Δεν τους ήρθε πάλι ξαφνικό όπως το 2012 “Αμάν, μας ψήφισαν. Βρείτε τον Βαρουφάκη να μας φτιάξει μια προτασούλα στο τσακ μπαμ;”

Τι διάολο λοιπόν έκαναν όλοι αυτοί οι φωστήρες των freakonomics τόσον καιρό; Πώς έχουν το θράσος να δηλώνουν τώρα –όχι στους δανειστές, ξεχάστε τους δανειστές, σε μας– πως χρειάζονται χρόνο για να ετοιμάσουν την πρότασή τους;

Και τι έχουν πετύχει όσο την ετοιμάζουν αυτή τη ρημαδοπρόταση; Το έγραψα και νωρίτερα. Να οδηγήσουν στην απομόνωση 18 κράτη, να δανείζονται τρεις φορές ακριβότερα και να δημιουργήσουν πρωτογενές έλλειμμα. Πράγμα βέβαια που δεν θα αργήσει να φανεί στην πραγματική οικονομία, αν δεν φαίνεται ήδη.

Και να συνεχίζουν παράλληλα να εξαγγέλλουν “μονομερή” μέτρα σφυρίζοντας ανέμελα έξω από το νεκροταφείο. Προσλήψεις, καταργήσεις, ακυρώσεις ιδιωτικοποιήσεων κ.ά. Κοτζάμ Πρωθυπουργός έφτασε να συμπεριλάβει καθαρίστριες στις προγραμματικές του δηλώσεις!

Στην καλύτερη περίπτωση εξ αφελείας. Γιατί υπάρχει και η χειρότερη με την οποία οι διάφοροι Λαφαζάνηδες, Κουρουμπλήδες, Στρατούληδες και Μητρόπουλοι έχω την εντύπωση πως αισθάνονται πιο άνετα.

Και με την αφορμή, φτάνει με το παραμυθάκι με τη “λαϊκή εντολή” του 30τόσο%, με τα καθρεφτάκια στους ιθαγενείς, με τις επιτροπές στήριξης και με την αυταρέσκεια. Και, στην τελική, η “λαϊκή εντολή” ήταν γι αυτό που υποσχέθηκαν: να καλυτερέψουν τη ζωή όλων μας, κρατώντας μας στην Ευρώπη, χωρίς μονομερείς μαλακίες.

Και καθόμαστε τώρα και ακούμε τις γενικόλογες παπαρολογίες του ακκιζομένου κ. Καθηγητού, τον κ. Σακελλαρίδη να βαφτίζει το κρέας ψάρι και τον ιδιαίτερα βολεμένο και δια βίου ανεπάγγελτο κ. Καμμένο να κηρύσσει intifada.

“Αν δεν πάρουμε αυτό που θέλουμε από τη διαπραγμάτευση θα το κάνουμε Κούγκι”, δήλωσε νωρίτερα ο επιφορτισμένος με την εθνική μας άμυνα υπουργός (και από σήμερα σύγχρονος Σαμουήλ).

Και μέχρι πότε άραγε καλούμαστε να στηρίζουμε ως έθνος τη νόμιμα εκλεγμένη (εν αντιθέσει με την προηγούμενη “απονομιμοποιημένη” αν και με μεγαλύτερη πλειοψηφία) συγκυβέρνηση;

Και από πού κι ως πού η στήριξη ή μη πρέπει να είναι συλλογική του τύπου “ή με τη Μέρκελ, ή με τον λαό”;

Και ως μάζα, πότε, πώς και από πού θα κληθούμε να πάψουμε να στηρίζουμε;

Από τα κανάλια; Από τα ραδιόφωνα; Από τα ΑΤΜ; Από τις καμπάνες που, σώπα, όπου να ‘ναι θα χτυπήσουν; Από τα matrix στην Αττική Οδό “Μην οδηγείτε στη ΛΕΑ και, πού ‘στε, τώρα ΔΕΝ στηρίζουμε”;

Και να σας πω και κάτι; Ναι κι εγώ θέλω να “πετύχει η κυβέρνηση” και, επαναλαμβάνω, να καλυτερέψει τη ζωή όλων μας, κρατώντας μας στην Ευρώπη και στο ευρώ .”Irrevocably και irreversibly”, που είπε on camera ο ΥπΟικ.

Γιατί η εναλλακτική θα είναι εφιαλτική και καθόλου… περήφανη ή αξιοπρεπής.

Βαρέθηκα όμως, μετά την κάθε καλόπιστη και στα όρια της ευπρέπειας και του καλόγουστου χιούμορ (σε αντίθεση π.χ. με τους θλιβερούς γελοιογράφους της Αυγής, της Εφημερίδας των Συντακτών κ.ά.) κριτική που κάνουμε σε μια συγκυβέρνηση που εγώ θεωρώ ολέθριο συνονθύλευμα ασχέτων, ναρκίσσων, τυχοδιωκτών, σταλινιστών και ρεβανσιστών, να θεωρούμαστε ανθέλληνες και προδότες.

Σ’ όποιον αρέσει, στο φινάλε. Δεν κατάλαβα; Βλέπω τον τόπο να πηγαίνει για φούντο και θα κάτσω άπραγος; Εδώ ζω και εδώ θέλω να συνεχίσω να ζω και να δημιουργώ. Ούτε στο Austin ούτε στο Gstaad. Κι όχι πια για μένα. Για τα παιδιά μου και για τα παιδιά των παιδιών μου.

Και με την ευκαιρία, ξεκολλήστε ορισμένοι από τα διάφορα ίσκρα, μίσκρα, ολυμπίες, ντιφένσνετ, ανφόλοου, μακελειά και κουτιά της Πανδώρας και διαβάστε και κάνα ξένο μέσο – τουλάχιστον αυτά που δεν συνωμοτούν συλλογικά εναντίον της πτωχής πλην τιμίας μας χώρας.

Άντε μπράβο…

ΥΓ Τα παραπάνω από έναν ουσιαστικά άνεργο εδώ και χρόνια πατέρα που παράτησε την ευμάρεια της εσπερίας για να γυρίσει στη χώρα που μεγάλωσε και αγαπάει για να μεγαλώσει ελληνόπουλο.

Και, αρνούμενος να επιβαρύνει κι άλλο τη δύστυχη χώρα “βγαίνοντας στη σύνταξη” νωρίς, τρώει τις τελευταίες απ’ τις σάρκες που του έμειναν…


ΒΧ

17/10/14

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει “ρεύμα”

Ορισμένοι θεωρούν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ “έχει ρεύμα”. Ίσως αυτό να το βασίζουν στις δημοσκοπήσεις – και όχι στις τελευταίες εκλογές για το Ευρωκοινοβούλιο όπου ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε καμιά 150αριά χιλιάδες ψήφους σε σχέση με τις προηγούμενες βουλευτικές, αν θυμάμαι καλά.

Σε όσους λοιπόν, κοντή τη μνήμη, εκτιμούν πως ο ΣΥΡΙΖΑ “έρχεται”, να θυμίσω πως τον Οκτώβριο του ’81 ο Ανδρέας Παπανδρέου κέρδισε τις βουλευτικές εκλογές με 48%(!) υποσχόμενος στον χαχόλο λαό έξοδο από το ΝΑΤΟ, δημοψήφισμα για την ΕΟΚ, κοινωνικοποίηση των τραπεζών, πάταξη της φοροδιαφυγής, εξυγίανση του Δημοσίου, κατάργηση της γραφειοκρατίας, αποκέντρωση, “αλλαγή” και άλλες τέτοιες παπαριές καμαρωτές.

Το γράφω αυτό γιατί τότε ο μέσος Έλληνας ούτε κατά διάνοια υπέφερε, ή έστω δοκιμαζόταν. Κάθε άλλο. Ήταν άρχοντας. Κιμπάρης. Η χώρα ευημερούσε και ο “κυρίαρχος λαός” της είχε ήδη αρχίσει να ξεκοκαλίζει τα κοινοτικά κονδύλια που εισέρρεαν τότε αφειδώς.

Το ότι δε το συνονθύλευμα (α) των συνιστωσών του παραδοσιακού 4-5%, (β) της περιπλανώμενης κυανοπράσινης πασοκαρίας και (γ) των γνήσια απελπισμένων δεν έχει καταφέρει –παρά τα “μνημόνια”, παρ’ όλη τη συμφορά που μας έχει βρει τα τελευταία χρόνια και παρά την άδικη για τους περισσότερους και ανάλγητη οικονομική κυβερνητική πολιτική– να ξεκολλήσει από το 20τόσο% θα πρέπει κάθε άλλο παρά να ικανοποιεί τον ΣΥΡΙΖΑ.  

Που ίσως εξηγεί και το γιατί, όχι μόνο ακολουθεί τώρα ακόμη πιο ευλαβικά την τακτική όσων προσπάθησαν μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα να αποκτήσουν την πλειοψηφία, ερεθίζοντας τα πιο ταπεινά ένστικτα και εμποτίζοντας μίσος και διχόνοια σε όσους είναι σε απόγνωση, αλλά και το ότι καταφεύγει τελευταία σε ακόμη πιο επικίνδυνες τακτικές.

Όπως οι copy/paste, ανέξοδες, ανεδαφικές υποσχέσεις, οι ανυποστήρικτες καταγγελίες-πυροτεχνήματα, οι απειλές προς τα έσω, οι λεονταρισμοί προς τα έξω και οι λυκοφιλίες με εξουσιομανείς ψεκασμένους καμένους.

ΒΧ

10/6/14

Τόσο καιρό…

Τόσο καιρό υποστήριζα τις “κυβερνήσεις του Μνημονίου” (ακόμη κι εκείνη του ΓΑΠ στην αρχή) γιατί πίστευα πως ο μόνος δρόμος μπροστά είναι οι μεταρρυθμίσεις, οι ιδιωτικοποιήσεις, η δημοσιονομική προσαρμογή, ο φιλελευθερισμός και εν τέλει το λιγότερο κράτος.

Ακόμη το πιστεύω.

Τόσο καιρό έχω κατηγορηθεί ως συντηρητικός, ως δεξιός, ως φιλοβασιλικός, ως πασόκος... Αλλά δεν είμαι τίποτε παραπάνω από έναν σύγχρονο, προοδευτικό φιλελεύθερο που αγαπά την πατρίδα που τον μεγάλωσε, αλλά μισεί όλους αυτούς που μαγαρίζουν και αυτή και την ιστορία της.

Τόσο καιρό προσπαθούσα, και ακόμη προσπαθώ, να πείσω φίλους και γνωστούς πως το επάρατο Μνημόνιο δεν είναι η αιτία της συμφοράς που μας βρήκε, αλλά η συνέπεια αλόγιστων και υστερόβουλων δικών μας πολιτικών επιλογών.

Τόσο καιρό προσπαθούσα (ακόμη προσπαθώ) να εξηγήσω πως ακόμη κι αν οι “τοκογλύφοι δανειστές” μας χάριζαν όλο το χρέος και η μάγισσα Μιμ μας επέτρεπε να παραμείνουμε και στην Ευρώπη και στο ευρώ, επειδή είμαστε λαός μαγκιόρος και κιμπάρικος κι έχουμε προσφέρει τα πλείστα όσα στην ευρωπαϊκή υπόθεση, πάλι σαν τα μούτρα μας θα τα κάναμε.

Τόσο καιρό τρώω απ’ τα έτοιμα, που ευτυχώς υπήρχαν στη μπάντα για “κατοχές” όπως αυτή εδώ την οποία χρωστούσε στη δική μας μαλθακή, καλομαθημένη, αλώβητη γενιά η Ιστορία.

Τόσο καιρό πίστευα (ακόμη το πιστεύω) πως παρ’ όλη την αφάνταστα άδικη υπερφορολόγηση, είχαμε επιτέλους αρχίσει να βλέπουμε το λυχνάρι του διασώστη στην άλλη άκρη της σπηλιάς.

Τόσο καιρό πίστευα πως είχαμε επιτέλους απαλλαγεί από κηφήνες, φωνακλάδες, γυμνοσάλιαγκες πολιτευτές και φιλάρεσκους υπουργήσιμους γλείφτες παλιάς κοπής.

Τόσο καιρό πίστευα πως ο κ. Σαμαράς, τον οποίο αρχικά δεν πολυεκτιμούσα, θα αποδεικνύονταν τελικά φωτεινή εξαίρεση μέσα στα βορβορώδη βάθη του πολιτικού συστήματος και ο καταλληλότερος πρωθυπουργός της μεταπολίτευσης.

Δεν πετάω στα σύννεφα. Αντιλαμβάνομαι απόλυτα την ανάγκη ύπαρξης πολιτικού ρεαλισμού, ειδικά στην σημερινή πραγματικότητα των “κυβερνήσεων συνεργασίας”, όταν μάλιστα αυτές έχουν απέναντί τους έναν διόλου ανέξοδο –να ‘στε σίγουροι–, ξεδιάντροπο λαϊκισμό.

Η εικόνα όμως που βλέπω να εκφράζει ο τωρινός ανασχηματισμός είναι η realpolitik στην πιο κυνική της μορφή - θα τρίζουν τα κόκκαλα του Bismarck...

Αν ο κ. Χαρδούβελης είναι το βήμα μπροστά, αστείοι, απαίδευτοι, εξυπνάκηδες πολιτικάντηδες όπως ο κ. Ντινόπουλος, ο κ. Γιακουμάτος (σε ποια ανάπτυξη μπορεί να συνεισφέρει ο κ. Γιακουμάτος), ή η κ. Βούλτεψη, γραφικές φιγούρες που νόμιζα πως είχαν πλέον περιοριστεί σε τηλεοπτικά πάνελ και αυτιάδες, είναι τα δυο βήματα πίσω.

Την πρίζα κάποιος…


ΒΧ

3/5/14

Τι διάολο είχε στο μυαλό Του;

Για τον Μεγαλοδύναμο εκεί πάνω λέω. 

Γιατί αφήνει να συμβαίνουν τραγωδίες όπως αυτή η ναυτική στην Κορέα, η αεροπορική στον Ινδικό ή εκείνη η απίστευτη με τον μεγάλο σεισμό και το τσουνάμι στην Ινδονησία;

Και τώρα άλλη μια. Στο Αφγανιστάν. Όπου φτωχός κι η μοίρα του…

Γιατί επιτρέπει να χαθούν τόσες αθώες ψυχές;

Μια τρομακτική τραγωδία, πριν 260 χρόνια στη Λισαβόνα –όταν τον σεισμό και το τσουνάμι ακολούθησε και φωτιά με αποτέλεσμα να χαθούν περισσότεροι από 100.000 άνθρωποι–, έδωσε την αφορμή στον Βολταίρο να γράψει, το 1759, το “Candide ou LOptimisme” σατιρίζοντας τη θρησκοληψία.

Αυτό λοιπόν που εξόργισε τότε τον συγγραφέα ήταν οι θρησκευόμενοι της εποχής που θεωρούσαν ότι ο Θεός με τον σεισμό τιμώρησε τη Λισαβόνα.

“Αφού το γράφει καθαρά η Παλαιά Διαθήκη”, έλεγαν, “για την Οργή του Θεού. Να, με τέτοιες καταστροφές τιμωρεί ο Πανάγαθος τους αμαρτωλούς. Πάντα θα υπάρχει Θεία Δίκη”, φώναζαν.

Τα ίδια ακούγονται πάλι. Και όχι μόνο στις εκκλησίες.

Ναι, αλλά γιατί μόνο τη Λισαβόνα τότε; Γιατί την Ινδονησία το 2004, ή τη Μαλαισία, την Κορέα και το Αφγανιστάν φέτος; Γιατί απροστάτευτους και αθώα παιδιά;

Όπως και τότε έτσι και σήμερα, ακόμη και οι πιο δογματικοί δεν μπορούν ν’ απαντήσουν σε ερωτήσεις σαν κι αυτές. Η πιο απλή απάντηση είναι ίσως εκείνη που είχε δώσει πολύ νωρίτερα, τον 12ο αιώνα, ο θεολόγος Mosheh ben Maimon, γνωστός σε μας ως Μαμονίδης (Maimonides).

Έλεγε λοιπόν ο Εβραίος σοφός ότι οι φυσικές καταστροφές δεν έχουν άλλη εξήγηση πέρα απ’ αυτή που θέλει το Υπέρτατο Ον να μας έχει βάλει σ’ έναν φυσικό κόσμο και να έχει ουσιαστικά προκαθορίσει τις παραμέτρους του. Έναν κόσμο μέσα στον οποίο γεννιούνται πλανήτες, συμβαίνουν σεισμοί και τραγωδίες και χάνονται ψυχές.

Οτιδήποτε διαφορετικό θα σήμαινε ότι δεν θα ήμασταν άνθρωποι. Δεν θα νιώθαμε τίποτε. Ούτε χαρά, ούτε λύπη, ούτε πόθο, ούτε πόνο, ούτε δημιουργικότητα, ούτε αγάπη – κάτι σαν τους στοιχειωμένους Πειρατές της Καραϊβικής, ένα πράγμα, αλλά χωρίς τα μαύρα δόντια.

Μ’ άλλα λόγια, θα ήμασταν άγγελοι, τερματικά του Θεού, προγραμματισμένοι απλώς να Τον υμνούμε…

BX